δοκιμάζω

Μεταφράσεις

δοκιμάζω

test, try, assay, sampleessayer, testerkosten, testenмерить, тестироватьيَخْتَبِرُtestovattesteexaminar, probartestatatestiratiesaminare試験する시험하다testentesteprzetestowaćtestartestaทดสอบdenemekthử nghiệm检测Опитвам (ðoci'mazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εξετάζω τον τρόπο λειτουργίας δοκιμάζω ένα αυτοκίνητο
2. κοιτάζω αν ένα ρούχο μού πηγαίνει δοκιμάζω μια φούστα
3. γεύομαι δοκιμάζω ένα γλυκό
4. περνάω κπ από τεστ δοκιμάζω κπ στη δουλειά
5. κάνω απόπειρα δοκιμάζω να το σκάσω
6. βιώνω δοκιμάζω χαρές και λύπες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close