δοκιμή

Μεταφράσεις

δοκιμή

trial, testprovoessai, tentativeTesttestetesti測試testทดสอบtestاختبار测试testpruebatest (ðoci'mi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. έλεγχος η δοκιμή νέου οχήματος
2. πρόβα κάνω δοκιμές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close