δολοφονικός

(προωθήθηκε από δολοφονικό)
Μεταφράσεις

δολοφονικός

(ðolofoni'kos)

δολοφονική

(ðolofoni'ci) θηλυκό

δολοφονικό

(ðolofoni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που μπορει να σκοτώσει δολοφονικές τάσεις δολοφονικό όπλο
2. μεταφορικά που φανερώνει μίσος δολοφονικό βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close