δοξάζω

Μεταφράσεις

δοξάζω

(ðo'ksazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αποδίδω τιμές δοξάζω έναν πρωταθλητή δοξάζω το Θεό
2. τιμάω Δόξασε το ελληνικό θέατρο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close