δουλειά

Μεταφράσεις

δουλειά

work, job, employment, assignment, business, servitude, taskemploi, travail, jobBeruf, Arbeit, Stelleعَمَل, وَظِيفَةٌprácearbejde, jobtrabajo, empleotyöposaolavoro労働, 職일, 직업baan, werkarbeid, jobbpracatrabalho, empregoработаarbete, jobbการงาน, งานcông việc工作עבודה工作 (ðu'ʎa)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το επάγγελμα πάω στη δουλειά μου
2. η οποιαδήποτε απασχόληση έχω δουλειά
δεν τελειώνω αυτό που κάνω
3. η σχέση που έχω με κτ ή κπ Δεν είναι δική μου δουλειά. Τι δουλειά έχω εγώ μ' αυτόν;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close