δούλος

(προωθήθηκε από δούλα)
Μεταφράσεις

δούλος

('ðulos) αρσενικό

δούλα

slaveesclave, serviteur ('ðula) θηλυκό
ουσιαστικό
άνθρωπος που έχει αγοραστεί ή κατακτηθεί από κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close