δραστήριος

(προωθήθηκε από δραστήριο)
Μεταφράσεις

δραστήριος

(ðra'stirios) αρσενικό

δραστήρια

(ðra'stiria) θηλυκό

δραστήριο

active, energeticactifنَشِيطaktivníaktivaktivactivoaktiivinenaktivanattivo活動的な활동적인actiefaktivaktywnyativoактивныйaktivคล่องแคล่วetkinnăng động活跃的פעיל (ðra'stirio) ουδέτερο
επίθετο
δυναμικός, που παίρνει πρωτοβουλίες Είναι δραστήρια στη δουλειά της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close