δραστηριοποιώ

Μεταφράσεις

δραστηριοποιώ

(ðrastiriopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάζω σε λειτουργία, σε δράση δραστηριοποιώ μηχανισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close