δρομέας

Μεταφράσεις

δρομέας

runner, cursor, racerعَدَّاء, مُتسَابِقběžec, závodníkløber, væddeløbsdeltagerLäufer, Rennfahrercorredorjuoksija, kilpa-ajajacoureurtrkačautomobile da corsa, corridoreランナー, レーサー경주자hardloper, racerløper, racerbiegaczcorredorбегун, гонщикkapplöpningsdeltagare, löpareนักวิ่ง, ผู้เข้าร่วมการแข่งขันkoşucu, yarışçıngười chạy, vận động viên đua奔跑者, 比赛者 (ðro'meas)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό αθλητισμός
1. αθλητής αγώνων δρόμου Eίναι ένας από τους καλύτερους δρομείς στην Ελλάδα.
2. πληροφορική μεταφορικά το βελάκι που μετακινείται στην οθόνη υπολογιστή Ο δρομέας σκάλωσε ξαφνικά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close