δρομολογώ

Μεταφράσεις

δρομολογώ

(ðromolo'ɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ξεκινάω δρομολογώ αλλαγές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close