δρομολόγιο

Μεταφράσεις

δρομολόγιο

itinerary, route, run, scheduleitinéraireدَلِيلٌplán cestyrejseplanReiseplanitinerario, rutamatkareittiitineraritinerario旅程여행 일정표reisplanningreiseplanplan podróżyitinerário, rotaмаршрутresplanกำหนดการเดินทางgüzergahlộ trình日程安排, 路线路線маршрут (ðromo'loʝio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η διαδρομή ενός μέσου συγκοινωνίας το δρομολόγιο λεωφορείου
2. η τακτική διαδρομή το καθημερινό δρομολόγιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close