δροσίζει

Μεταφράσεις

δροσίζει

(ðro'sizi)
ρήμα απρόσωπο (ρήμα)
γίνομαι πιο δροσερός Δροσίζει (ο καιρός) .
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close