δροσερός

(προωθήθηκε από δροσερή)
Μεταφράσεις

δροσερός

(ðrose'ros) αρσενικό

δροσερή

(ðrose'ri) θηλυκό

δροσερό

fraiscool, freshبارِدchladnýkoldkühlfrescoviileähladanfresco涼しい서늘한koelavkjøltchłodnyfrescoпрохладныйkyligเย็นserinmát mẻ凉爽的 (ðrose'ro) ουδέτερο
επίθετο
που δίνει φρεσκάδα και δροσιά δροσερό νερό δροσερός χώρος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close