δρω

Μεταφράσεις

δρω

actagir (ðro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ενεργώ Πρέπει να δράσουμε αμέσως.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close