δυναμώνω

Μεταφράσεις

δυναμώνω

(ðina'mono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω δύναμη σε κπ Το καλό φαγητό θα σε δυναμώσει. δυναμώνω τους μυς μου
2. κάνω κτ να αυξηθεί δυναμώνω τον ήχο

δυναμώνω

strengthen
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι πιο δυνατός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close