δυνατός

(προωθήθηκε από δυνατό)
Μεταφράσεις

δυνατός

(ðina'tos) αρσενικό

δυνατή

(ðina'ti) θηλυκό

δυνατό

strong, mighty, powerful, vigorousfort, puissantقَوِيّsilnýstærkstarkfuertevahvajakforte強い튼튼한sterksterksilnyforteсильныйstarkแข็งแรงgüçlükhỏe强壮的 (ðina'to) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει δύναμη δυνατό μωρό δυνατή προσωπικότητα
2. πολύ ικανός Είναι πιο δυνατός στο τένις. έχω δυνατή όσφρηση
3. ισχυρός, έντονος δυνατός πόνος
4. που έχει άμεσο αντίκτυπο δυνατό κρασί δυνατή εικόνα
5. που μπορεί να γίνει Δεν είναι δυνατόν! Η μεταφορά δεν είναι δυνατή.
όσο μπορεί κν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close