δυσανασχετώ

Μεταφράσεις

δυσανασχετώ

resent (ðisanasçe'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δείχνω δυσαρέσκεια Δυσανασχετεί με τo θόρυβο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close