δυσαρεστημένος

Μεταφράσεις

δυσαρεστημένος

(ðisaresti'menos) αρσενικό

δυσαρεστημένη

(ðisaresti'meni) θηλυκό

δυσαρεστημένο

dissatisfied, disgruntledغَيْرُ راضٍnespokojenýutilfredsunzufriedendescontentotyytymätöninsatisfaitnezadovoljaninsoddisfatto不満な불만스러운ontevredenmisfornøydniezadowolonyinsatisfeitoнеудовлетворенныйmissnöjdซึ่งไม่พอใจhoşnutsuzbất mãn不满意的 (ðisaresti'meno) ουδέτερο
επίθετο
που δεν είναι ευχαριστημένος δυσαρεστημένος πελάτης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close