δυσαρεστούμαι

Μεταφράσεις

δυσαρεστούμαι

يَـمْتَعِضُnesnášetbære nag tilübel nehmenresentsentar malnärkästyämal supporterzamjeratirisentirsi憤慨する분개하다kwalijk nementa ille oppobrazić sięressentir-seобижатьсяföraktaรู้สึกขมขื่นiçerlemekghen ghét怨恨 (ðisare'stume)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
Δυσαρεστήθηκα με την αντίδρασή του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close