δυσκίνητος

(προωθήθηκε από δυσκίνητη)
Μεταφράσεις

δυσκίνητος

(ði'scinitos)

δυσκίνητη

(ði'sciniti)

δυσκίνητο

cumbersome, ponderous, sluggishencombrant (ði'scinitο)
επίθετο
που κινείται με δυσκολία Είναι δυσκίνητος από το πάχος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close