δυσκολεύομαι

Μεταφράσεις

δυσκολεύομαι

(ðisko'levome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
συναντάω δυσκολίες Δυσκολεύομαι να του μιλήσω. Δυσκολεύομαι να συγκεντρωθώ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close