δυσλεκτικός

(προωθήθηκε από δυσλεκτική)
Μεταφράσεις

δυσλεκτικός

(ðislekti'kos)

δυσλεκτική

(ðislekti'ci) θηλυκό

δυσλεκτικό

dyslexicdyslexiqueمُتَعَسِّرُ القِرَاءَةdyslektickýdyslektisklegasthenischdisléxicolukihäiriöinendisleksičandislessico失読症の난독증의dyslectischordblinddyslektycznydisléxicoнеспособный к чтениюdyslexiskที่ท่องอ่านเขียนลำบากdisleksikmắc bệnh khó đọc诵读困难的 (ðislekti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που πάσχει από δυσλεξία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close