δυσμένεια

Μεταφράσεις

δυσμένεια

disfavour, disgrace (ði'zmenia)
ουσιαστικό θηλυκό

δε με αντιμετωπίζουν θετικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close