δόση

Μεταφράσεις

δόση

dose, instalment, installmentdose, tranche, versement partieldosis, plazoجُرْعَة, دُفْعَةٌdávka, splátkaafdrag, dosisDosis, Rateannos, maksuerädoza, ratadose, rata分割払い, 服用量복용량, 할부금afbetalingstermijn, dosisavdrag, dosedawka, ratadose, prestaçãoвзнос, дозаavbetalning, dosเงินที่จ่ายเป็นงวด, ปริมาณยาที่ให้แต่ละครั้งdoz, taksitliều, phần trả góp剂量, 分期付款доза劑量 ('ðosi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ένα από τα μέρη χρηματικού ποσού που μένει να πληρωθεί δόση δανείου
2. ποσότητα γερή δόση χιούμορ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close