δότης

(προωθήθηκε από δότρια)
Μεταφράσεις

δότης

('ðotis) αρσενικό

δότρια

donordonorSpenderdawcydonantesdonateursالجهات المانحةdonatoredárcedoadordonorהתורם (ðotria) θηλυκό
ουσιαστικό
που προσφέρει σε άρρωστο τo αίμα του ή κπ όργανο του σώματός του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close