δύο

Μεταφράσεις

δύο

('ðio)

δυο

(ðjo)
επίθετο
δηλώνει ποσότητα κόβω κτ σε δύο μέρη
κατά ζεύγη

δύο

dos, pardeux, deux ou troisдва, пара, 两个اِثْنان, بَعْضdvě, párpar, toein paar, zweitwo, couplekaksi, pari, muutamadva, pardue, paio二, 二つ/二人くらい2, 둘의een paar, tweepar, todwa, kilkadois, alguns, parpar, tvåคู่, สองbirkaç, ikicặp đôi, haiдве
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
αριθμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close