δύσθυμος

(προωθήθηκε από δύσθυμο)
Μεταφράσεις

δύσθυμος

('ðisθimos)

δύσθυμη

('ðisθimi)

δύσθυμο

('ðisθimo)
επίθετο
που έχει κακή διάθεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close