δύσοσμος

Μεταφράσεις

δύσοσμος

pestilentiel, malodorant

δύσοσμος

malodorous, smelly

δύσοσμος

páchnoucí

δύσοσμος

ildelugtende

δύσοσμος

übelriechend

δύσοσμος

maloliente

δύσοσμος

haiseva

δύσοσμος

smrdljiv

δύσοσμος

puzzolente

δύσοσμος

いやなにおいのする

δύσοσμος

악취가 나는

δύσοσμος

stinkend

δύσοσμος

(ille)luktende

δύσοσμος

śmierdzący

δύσοσμος

fedido, malcheiroso

δύσοσμος

вонючий

δύσοσμος

illaluktande

δύσοσμος

มีกลิ่นเหม็น

δύσοσμος

pis kokulu

δύσοσμος

nặng mùi

δύσοσμος

难闻的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close