δύσπιστος

(προωθήθηκε από δύσπιστο)
Μεταφράσεις

δύσπιστος

('ðispistos) αρσενικό

δύσπιστη

('ðispisti) θηλυκό

δύσπιστο

sceptic, sceptical, skepticalمُرْتابskeptickýskeptiskskeptischescépticoepäileväsceptiqueskeptičanscettico疑い深い회의적인sceptischskeptisksceptycznycético, descrenteскептическийskeptiskน่าสงสัยkuşkuluđa nghi怀疑的, 持怀疑态度持懷疑態度 ('ðispisto) ουδέτερο
επίθετο
που δε δείχνει εύκολα εμπιστοσύνη δύσπιστος άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close