δύσχρηστος

(προωθήθηκε από δύσχρηστη)
Μεταφράσεις

δύσχρηστος

('ðisxristos)

δύσχρηστη

('ðisxristi)

δύσχρηστο

unmanageable ('ðisxristo)
επίθετο
δύσκολος στη χρήση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close