δύω

Μεταφράσεις

δύω

('ðio)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. (για τον ήλιο) χάνομαι Ο ήλιος έδυσε.
2. μεταφορικά βρίσκομαι σε φάση παρακμής Το άστρο του έδυσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close