είσοδος

Μεταφράσεις

είσοδος

Eingang, Eintritt, Zugangadmittance, entrance, admission, entry, input, way inentrée, droit d’entréeentrata, ammissione, ingressoвход, доступدُخُول, مَدْخَلvchod, vstupadgang, indgangentradasisäänkäynti, sisäänpääsypristup, ulaz入口, 入場許可입구, 입장ingang, toelatingadgang, inngangwejście, wjazd, wstępadmissão, entradaingång, inträdeการอนุญาตให้เข้าได้, ทางเข้าgiriş, giriş hakkılối vào, vào/được phép vào入口, 准入 ('isoðos)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να μπαίνει κν κάπου θεαματική είσοδος
2. το σημείο απ' όπου μπαίνει κν κάπου η είσοδος της πολυκατοικίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close