είσπραξη

Μεταφράσεις

είσπραξη

('ispraksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. τα έσοδα η είσπραξη μιας ημέρας η είσπραξη από πωλήσεις
2. το να παίρνω χρήματα από κπ η είσπραξη χρέους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close