εγγύηση

Μεταφράσεις

εγγύηση

guarantee, bail, bond, assurancegarantie, cautionضَمان, كَفَالَةkauce, zárukagaranti, kautionFreilassung gegen Kaution, Garantiefianza, garantíatakausmaksu, takuujamčevina, jamstvocauzione, garanzia保証, 保釈金보석, 보증borgsom, garantiegaranti, kausjongwarancja, kaucjafiança, garantiaгарантия, залогborgen, garantiการประกันตัว, การรับประกันgaranti, kefaletsự bảo đảm, tiền bảo lãnh保释, 担保 (eŋ'ɟiisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η κάλυψη εξόδων επισκευής σε περίπτωση βλάβης συσκευής εγγύηση ενός χρόνου έχω εγγύηση
2. βεβαίωση εγγύηση επιτυχίας
3. ασφάλεια σε περίπτωση χρέους Έβαλε εγγύηση το σπίτι του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close