εγκάρδιος

(προωθήθηκε από εγκάρδια)
Μεταφράσεις

εγκάρδιος

(eŋ'garðios)

εγκάρδια

(eŋ'garðia) θηλυκό

εγκάρδιο

cordialلطيفGENIALgenial정다운genialgenialgenial (eŋ'garðio) ουδέτερο
επίθετο
ζεστός, προσηνής εγκάρδιος χαιρετισμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close