εγκαινιάζω

Μεταφράσεις

εγκαινιάζω

inaugurate, initiate, open (enɟeni'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω τελετή έναρξης λειτουργίας κάποιου έργου εγκαινιάζω ένα κατάστημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close