εγκαταλελειμμένος

(προωθήθηκε από εγκαταλελειμμένη)
Μεταφράσεις

εγκαταλελειμμένος

(eŋgataleli'menos) αρσενικό

εγκαταλελειμμένη

(eŋgataleli'meni) θηλυκό

εγκαταλελειμμένο

abandonedopgivetopuštěnéaufgegeben放棄abandonado放弃버려진изоставениละทิ้ง放棄 (eŋgataleli'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που τον έχουν παρατήσει εγκαταλελειμμένο σπίτι
2. παραμελημένος, χωρίς φροντίδα εγκαταλελειμμένη εμφάνιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close