εγκαθίσταμαι

(προωθήθηκε από εγκαταστάθηκα)
Μεταφράσεις

εγκαθίσταμαι

settle (eŋga'θistame)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
πηγαίνω να μείνω κάπου μόνιμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close