εγκρίνω

Μεταφράσεις

εγκρίνω

approveaprobiapprouver, agréerيُوافِقُschvalovatgodkendegenehmigenaprobarhyväksyäodobritiapprovare承認する승인하다goedkeurengodkjennezatwierdzićaprovarодобрятьgodkännaอนุมัติonaylamakchấp thuận赞成 (eŋ'grino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω την άδεια, επιτρέπω εγκρίνω ένα δάνειο
2. είμαι σύμφωνος, επιδοκιμάζω Εγκρίνω τις επιλογές σου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close