εγκυκλοπαιδικός

(προωθήθηκε από εγκυκλοπαιδική)
Μεταφράσεις

εγκυκλοπαιδικός

(enɟiklopeði'kos) αρσενικό

εγκυκλοπαιδική

(eŋɟiklopeði'ci) θηλυκό

εγκυκλοπαιδικό

encyclopédique (eŋɟiklopeði'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με εγκυκλοπαίδεια εγκυκλοπαιδικό λεξικό
2. γενικές γνώσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close