εθιμοτυπικός

(προωθήθηκε από εθιμοτυπική)
Μεταφράσεις

εθιμοτυπικός

(eθimotipi'kos)

εθιμοτυπική

(eθimotipi'ci)

εθιμοτυπικό

(eθimotipi'ko)
επίθετο
που ακολουθεί κπ έθιμο ή κανονισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close