εθισμένος

Μεταφράσεις

εθισμένος

مُدْمِن

εθισμένος

závislý

εθισμένος

afhængig

εθισμένος

süchtig

εθισμένος

addicted

εθισμένος

adicto

εθισμένος

riippuvainen jostakin

εθισμένος

drogué

εθισμένος

ovisan

εθισμένος

dipendente

εθισμένος

常習的な

εθισμένος

중독된

εθισμένος

verslaafd

εθισμένος

avhengig

εθισμένος

uzależniony

εθισμένος

viciado

εθισμένος

beroende

εθισμένος

ทำให้ติดยาเสพติด

εθισμένος

bağımlı

εθισμένος

bị nghiện

εθισμένος

成瘾的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close