εικάζω

Μεταφράσεις

εικάζω

conjecturer, spéculer

εικάζω

spekulovat

εικάζω

spekulere

εικάζω

spekulieren

εικάζω

especular

εικάζω

spekuloida

εικάζω

špekulirati

εικάζω

speculare

εικάζω

推測する

εικάζω

심사숙고하다

εικάζω

speculeren

εικάζω

spekulere

εικάζω

spekulować

εικάζω

especular

εικάζω

spekulera

εικάζω

คาดเดา

εικάζω

suy xét

εικάζω

揣测
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close