ειρωνικός

(προωθήθηκε από ειρωνική)
Μεταφράσεις

ειρωνικός

(ironi'kos) αρσενικό

ειρωνική

(ironi'ci) θηλυκό

ειρωνικό

ironic, wryironiqueتَهَكُّمِيٌّironickýironiskironischirónicoironinenironičanironico皮肉な풍자적인ironischironiskironicznyirónico, irônicoшуточныйironiskที่ชอบเหน็บแนมalaycımỉa mai讽刺的 (ironi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που χαρακτηρίζεται από ειρωνεία ειρωνικό ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close