εισάγω

Μεταφράσεις

εισάγω

import, admit, inject, insert, introduceimporter, introduireimportaيَسْتَوْرِدُdovážetimportereimportierenimportartuoda maahanuvestiimportare輸入する수입하다importerenimporterezaimportowaćimportarимпортироватьimporteraนำเข้าithal etmeknhập khẩu进口 (i'saɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω μέσα εισάγω κπ σε κύκλο
2. φέρνω προϊόντα από το εξωτερικό εισάγω ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close