εισαγγελέας

Μεταφράσεις

εισαγγελέας

district attorney, procurator, prosecutorprocureur (isaŋɟe'leas)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
ανώτερος δικαστικός υπάλληλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close