εισοδηματίας

Μεταφράσεις

εισοδηματίας

(isoðima'tias)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που ζει από τα εισοδήματά του
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close