εισπνέω

Μεταφράσεις

εισπνέω

(is'pneo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αναπνέω κτ εισπνέω καθαρό αέρα

εισπνέω

einatmeninhale, breathe ininspirer, inhalerвздохнуть, вдыхатьيَسْتَنْشِقnadechnout (se)ånde indinspirarhengittää sisäänudahnutiinspirare息を吸い込む들이쉬다inademenpuste innzrobić wdechinspirarandas inหายใจเข้าnefes almakhít vào吸进
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βάζω αέρα στους πνεύμονες εισπνέω οξυγόνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close