εισπράκτορας

Μεταφράσεις

εισπράκτορας

receveur (i'spraktoras)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
απαρχαιωμένος που εκδίδει εισιτήρια σε λεωφορείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close