εισπράττω

Μεταφράσεις

εισπράττω

encaisserErhaltenontvangen (i'sprato)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παίρνω χρήματα εισπράττω το ενοίκιο εισπράττω το μισθό μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close